Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015
9:00 π.μ.

Η προστασία του καταναλωτή από το ηλεκτρονικό έγκλημα.

tromaktiko1269.jpg
Γράφει ο 
Χρήστος Ηλ.Τσίχλης Δικηγόρος Αθηνών  
Πρόκειται για μια εγκληματική και παράνομη πράξη προσβολής περιουσιακών ή άλλων...
δικαιωμάτων φυσικών και νομικών προσώπων που γίνεται μέσω της χρήσης μιας οποιασδήποτε συσκευής ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων. Μέσο τέλεσης της πράξης μπορεί να είναι ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής συνδεδεμένος σε ένα δίκτυο επικοινωνιών όπως το διαδίκτυο (ίντερνετ) ή άλλη τερματική συσκευή, όπως ένα σταθερό ή κινητό τηλέφωνο.

Οι μορφές του «ηλεκτρονικού εγκλήματος» ποικίλουν. Η αντικειμενική υπόστασή του πληρούται με διάφορους τρόπους, ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο εκδηλώνεται και τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διάπραξή του. Μία συσκευή όπως ο υπολογιστής ή το κινητό τηλέφωνο μπορεί κατά περίπτωση να είναι μέσο διάπραξης ενός αδικήματος (π.χ. πρόσβαση σε παράνομο ρατσιστικό ή πορνογραφικό υλικό, μέσο εξύβρισης, δυσφήμησης, απειλής, εκβίασης, προσβολής απορρήτων, ή διασποράς ιών) ή να γίνεται η ίδια η συσκευή στόχος της εγκληματικής επίθεσης (αθέμιτη πρόσβαση, υποκλοπή και αλλοίωση δεδομένων, αθέμιτη χρέωση λόγω τηλεπικοινωνιακής απάτης, καταστροφή λειτουργικών προγραμμάτων, παγίδευση ζωτικών λειτουργιών συστημάτων ελεγχομένων από υπολογιστή κλπ). Το διαπραττόμενο αδίκημα μπορεί να συνίσταται νομικά σε απάτη, πλαστογραφία, παράνομη πρόσβαση, αθέμιτη παγίδευση, αθέμιτη επέμβαση σε σύστημα η δεδομένα, υποκλοπή στοιχείων, παραβίαση κρατικών ή ιδιωτικών απορρήτων. Μπορεί ακόμα να συνιστά αδικήματα σε σχέση με το διακινούμενο επιβλαβές και παράνομο περιεχόμενο (ρατσισμός, τρομοκρατία, παιδική πορνογραφία…), προσβολές πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας επί έργων και προϊόντων της διανοίας τρίτων κλπ.

Η αντιμετώπιση της ηλεκτρονικής εγκληματικότητας, ανάλογα με τη μορφή που αυτή λαμβάνει, μπορεί να γίνει από το Ελληνικό δίκαιο συνδυάζοντας διάσπαρτες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Σε αυτές ανήκουν οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα περί απάτης με τη χρήση υπολογιστή, περί αθέμιτης πρόσβασης σε συστήματα πληροφοριών, υποκλοπής και παραβίασης απορρήτων, η ειδική νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων (ν. 2472/1997 όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3625/2007, ν. 3471/2006), η νομοθεσία περί διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών (ν. 3674/2008), οι κανονιστικές αποφάσεις διοικητικών αρχών όπως η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) και ούτω καθεξής.

Ο  νόμος 3674/2008 ψηφίστηκε για να ενισχύσει το θεσμικό πλαίσιο διασφάλισης του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας, θεσπίζοντας ειδικές υποχρεώσεις του παρόχου υ-πηρεσιών για την ασφάλεια δικτύου και συγκεκριμένες διαδικασίες άρσης του απορρήτου υπό την εποπτεία της ΑΔΑΕ. Παράλληλα, ο νόμος αυτός προσέθεσε νέο άρθρο 292Α στον Ποινικό Κώδικα που τιμωρεί τα εγκλήματα κατά της ασφάλειας των τηλεφωνικών επικοινωνιών με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματικές ποινές που αρχίζουν από είκοσι χιλιάδες (20.000) Ευρώ και αυξάνονται ανάλογα με τη βαρύτητα του παραπτώματος και την ιδιότητα του δράστη. Ο ίδιος νόμος τροποποίησε ακόμα το άρθρο 370Α του Ποινικού Κώδικα θεσπίζοντας αυστηρές κυρώσεις, που μπορούν να φθάσουν ως κάθειρξη μέχρι δέκα ετών για όσους παραβιάζουν το απόρρητο της τηλεφωνικής επικοινωνίας και της προφορικής συνομιλίας. Τέλος, θέσπισε διοικητικές κυρώσεις (χρηματικά πρόστιμα, ανάκληση αδειών κλπ) κατά των εκπροσώπων εταιριών παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Προς την ίδια κατεύθυνση, το άρθρο 348 Α του Ποινικού κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3064/2002 τιμωρεί με φυλάκιση και χρηματικές ποινές την πορνογραφία ανηλίκων, οποιοσδήποτε και αν είναι ο υλικός φορέας αποτύπωσης του πορνογραφικού υλικού.

Παρόμοιες κυρώσεις προβλέπονται από την ισχύουσα ειδική νομοθεσία περί προστασίας καταναλωτή, σε ότι αφορά ειδικότερα τις εξ αποστάσεως συμβάσεις πρόσβασης σε υπηρεσίες ηλεκτρονικού εμπορίου. Η νομοθεσία αυτή απαγορεύει τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές (ν. 2251/1994 όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από το ν. 3587/2007), ενώ προβλέπει επίσης διοικητικές κυρώσεις κατά των παραβατών. Αντίστοιχες διοικητικές, αστικές και ποινικές κυρώσεις προβλέπονται επίσης κατά των παραβατών, όπως προαναφέρθηκε, από τη νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων (ν. 2472/1997 όπως ισχύει και 3471/2006). Τέτοιες πράξεις ηλεκτρονικής παραβατικότητας μπορούν ακόμα να συνιστούν πλαστογραφία, εξύβριση δυσφήμιση, προσβολή της νομοθεσίας περί απορρήτου, του ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας ή του ν. 3431/2006 περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Στην Ελλάδα το spam ρυθμίζεται από το αρ. 11 του ν. 3471/2006, ο οποίος ενσωμάτωσε στο εθνικό δίκαιο την Οδηγία 2002/58/ ΕΚ για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό η χρησιμοποίηση αυτόματων συστημάτων κλήσης, ιδίως με χρήση συσκευών τηλεομοιοτυπίας (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και γενικότερα η πραγματοποίηση μη ζητηθεισών επικοινωνιών με οποιοδήποτε μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας, με ή χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών και για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς, επιτρέπεται μόνο αν ο συνδρομητής συγκατατεθεί εκ των προτέρων ρητώς.

Εκτός από την ποινική προστασία και την ειδική νομοθεσία του τομέα που προβλέπει προσφυγή στις αρμόδιες αρχές, ο χρήστης που έπεσε θύμα ηλεκτρονικής απάτης μπορεί θεωρητικά να στραφεί δικαστικά κατά του προσβολέα ζητώντας αποζημίωση με βάση το άρθρο 914 του Αστικού Κώδικα περί αδικοπραξίας.

Με δεδομένη την δυσκολία εντοπισμού και τιμωρίας των δραστών από διάφορες κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές, ο καταναλωτής μπορεί ο ίδιος να λάβει στοιχειώδη μέτρα τεχνικής προστασίας του και να ακολουθήσει κάποιους στοιχειώδεις κανόνες αυτοπροστασίας του κατά την πλοήγηση στο διαδίκτυο και τη διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών. Εφόσον το επιθυμεί, ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί υπηρεσίες ανωνυμοποιημένης πρόσβασης, ώστε τα ίχνη της δικτυακής του παρουσίας να μη μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπό που δεν έχει επιλέξει. Σήμερα οι περισσότεροι δικτυακοί τόποι παρέχουν ενημέρωση σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα που συλλέγουν και επεξεργάζονται. Η ενημέρωση αυτή είναι ταυτόχρονα υποχρέωση των υπευθύνων των δικτυακών τόπων αλλά και δικό μας δικαίωμα. Επίσης, ο ενημερωμένος καταναλωτής οφείλει να προτιμά αναγνωρισμένα και επώνυμα ηλεκτρονικά καταστήματα αντί να συνδέεται με άγνωστες και ύποπτης προέλευσης ιστοσελίδες, ακόμα και αν προσφέρουν ελκυστικές τιμές. Ακόμα, πριν από κάθε παραγγελία, οφείλει να λαμβάνει γνώση των ακριβών όρων χρήσης της κάθε υπηρεσίας και των ακριβών όρων συναλλαγής (τελικές χρεώσεις, χρόνοι παράδοσης, όροι υπαναχώρησης, πολιτική επιστροφών, πολιτική ασφαλείας, πληρωμών κλπ).

Απαγορεύεται ρητά στον χρήστη να παρέχει προσωπικές πληροφορίες και τραπεζικούς  κωδικούς σε τρίτους μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που εξ ορισμού δεν αποτελεί ασφαλή επικοινωνία. Συνιστάται ακόμα στον χρήστη να μην απαντά σε μηνύματα άγνωστης προέλευσης, τα οποία του ανακοινώνουν κάποιο κέρδος ή κάποια εξαιρετική προσφορά, αφού το πιθανότερο είναι αυτά να στοχεύουν στην εξαπάτησή του. Ομοίως, ο χρήστης πρέπει να αποφεύγει να ανοίγει συνημμένα αρχεία σε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προερχόμενα από άγνωστο αποστολέα, διότι είναι πιθανό να περιέχουν ιούς. Οι γονείς των ανήλικων καταναλωτών έχουν επίσης την υποχρέωση εποπτείας και επιμέλειας των τέκνων τους, τα οποία δεν πρέπει να κάνουν ανεξέλεγκτη χρήση του υπολογιστή, που πρέπει να είναι εγκατεστημένος σε ελεγχόμενο χώρο. Χρήσιμη είναι επίσης η εγκατάσταση ειδικού λογισμικού, ως φίλτρου ελεγχόμενης πρόσβασης των παιδιών σε ιστοσελίδες που ενδεχομένως περιέχουν χυδαίες λέξεις και επιβλαβές και παράνομο περιεχόμενο για τους ανηλίκους (όπως ρατσισμός, τρομοκρατία, πορνογραφία) και συμμετοχής σε ομάδες συζήτησης με άγνωστα άτομα καλυπτόμενα υπό ψευδώνυμο.

Αν παρά τα προληπτικά μέτρα γνώσης και ευαισθητοποίησης, καταναλωτής, γονέας ή ένωση καταναλωτών τυχόν διαπιστώσουν ότι δεν τηρείται από κάποιον πάροχο υπηρεσιών οποιαδήποτε από τις παραπάνω αρχές ως προς το περιεχόμενο, τη διαφήμιση, τη χρέωση, την πρόσβαση στην υπηρεσία, την προστασία προσωπικών δεδομένων κ.ο.κ., μπορούν να πράξουν τα εξής : Να επικοινωνήσουν με τον πάροχο υπηρεσιών διαδικτύου καταγγέλλοντας το περιστατικό και ζητώντας τις διευθύνσεις αποστολής των μηνυμάτων. Να αναστείλουν την πρόσβαση στον υπολογιστή και να ειδοποιήσουν αμέσως την αστυνομία και τις αρμόδιες διωκτικές αρχές. Να ειδοποιήσουν την Ομάδα Ψηφιακής Ασφάλειας με το ακρωνύμιο D.A.R.T (Digital Awareness & Response to Threats), στην ηλεκτρονική διεύθυνση http:// www.dart.gov.gr. Πρόκειται για μια κοινή προσπάθεια των συναρμόδιων φορέων, όπως η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) και το Σώμα Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Ασφάλειας, με στόχο την αντιμετώπιση κινδύνων από χρήση τεχνολογίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Να καταθέσουν αναφορά-καταγγελία στον Συνήγορο του Καταναλωτή, ο οποίος είτε θα την εξετάσει ο ίδιος, αν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του, καλώντας σε ακρόαση τα εμπλεκόμενα μέρη, όταν αυτό είναι εφικτό, είτε θα τη διαβιβάσει στα αρμόδια διωκτικά όργανα και ανεξάρτητες διοικητικές αρχές.

Ο τρόπος υποβολής καταγγελίας στον Συνήγορο του Καταναλωτή είναι ο ακόλουθος :

- Μέσω συμπλήρωσης και υποβολής, με αυτοπρόσωπη παρουσία, με συστημένη επιστολή, τηλεομοιοτυπία ή μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, της έντυπης φόρμας υποβολής παραπόνων που διατίθεται από τον διαδικτυακό τόπο του Συνηγόρου του Καταναλωτή
http://www. synigoroskatanaloti.gr/ 

-Τηλεφωνικά.


Το ηλεκτρονικό έγκλημα, για το οποίο έχουν δοθεί διεθνώς πολλοί ορισμοί (computer crime, cyber-crime, hitechcrime) εκδηλώνεται τόσο στο συμβατικό περιβάλλον, όσο και σε χώρους που χρησιμοποιούνται δίκτυα υπολογιστών. Η τέλεση του εγκλήματος επιτυγχάνεται με την αθέμιτη παράκαμψη των μέτρων ασφαλείας και την εκ αποστάσεως διείσδυση τρίτων σε πληροφοριακά συστήματα επιχειρήσεων ή οργανισμών (hacking, cracking). Η πράξη αυτή έχει συνήθως ως στόχο την καταστροφή αρχείων ή την αποκομιδή αθέμιτου περιουσιακού οφέλους του προσβολέα σε βάρος του θιγομένου φυσικού ή νομικού προσώπου, επιχείρησης ή ιδιώτη, ενώ δεν αποκλείονται περαιτέρω κίνδυνοι για την υγεία, την ασφάλεια ακόμα και για την ίδια τη ζωή του θύματος, ιδιαίτερα δε των ανηλίκων.


hyMBI?d=yIl2AUoC8zA hyMBI?d=qj6IDK7rITs

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ads

ads