Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015
9:00 π.μ.

Αν ζούσε σήμερα ο Άρης Βελουχιώτης, δεν θα υπέγραφε νέα Βάρκιζα

tromaktiko5.jpg
Του Χρήστου Σταμόπουλου

Δημοσιεύουμε παρακάτω την ομιλία του Χρήστου Σταμόπουλου, ως εκπροσώπου της...
«ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ 70ΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΆΡΗ», στη συγκέντρωση-εκδήλωση που έγινε πρόσφατα στην πλατεία Ρήγα Φεραίου στα Τρίκαλα για τον θρυλικό πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Αντίστασης).

Συμπληρώθηκαν 70 χρόνια απ’ τον τραγικό θάνατο του θρυλικού πρωτοκαπετάνιου, του Ηγέτη του Ένοπλου Αγώνα του ελληνικού λαού κατά των ξένων κατακτητών και των Ελλήνων συνεργατών τους.

70 χρόνια από τότε που οι φασίστες κρέμασαν τα κομμένα κεφάλια του θρύλου της Εθνικής Αντίστασης, του Άρη Βελουχιώτη και του συναγωνιστή του Τζαβέλλα, σε φανοστάτη στο κέντρο των Τρικάλων. Τα Τρίκαλα είναι στενά συνδεδεμένα όχι μόνο με τον θάνατο, αλλά και τη μεγαλειώδη δράση του Άρη Βελουχιώτη και του ΕΛΑΣ, που απελευθέρωσαν την πόλη και την πατρίδα.

Το κύμα των αλλεπάλληλων εκδηλώσεων που γίνονται το τελευταίο διάστημα στην πόλη μας και πρόκειται να συνεχιστούν για πολύ καιρό ακόμη, με ξεχωριστή την ιστορική-επιστημονική ημερίδα που έγινε στο Δημαρχείο, με ενδιαφέρουσες εισηγήσεις από πανεπιστημιακούς, ιστορικούς, κοινωνιολόγους, ιστορικούς ερευνητές, έσπασαν οριστικά τη σιωπή και τη λήθη που επί δεκαετίες επέβαλε στον τόπο μας το κατεστημένο και η μαύρη αντίδραση κάθε κοπής και απόχρωσης, που και σήμερα ακόμη -ίσως περισσότερο σήμερα!- τρέμει τα μηνύματα της ασυμβίβαστης, ανυποχώρητης, αγωνιστικής και λαϊκής-πατριωτικής μέχρι τα άκρα στάσης του Άρη Βελουχιώτη. Μέχρι που να γίνει ο λαός πραγματικός νοικοκύρης στον τόπο του.

Μια λευκή σελίδα της ιστορίας για την πόλη μας, γράφεται ήδη. Και στον βαθμό που ήταν κακογραμμένη, την ξαναγράφουμε! Αποτελεί μέγα χρέος όλων ημών των Τρικαλινών απέναντι στην ιστορία του τόπου μας και τη μνήμη των προγόνων μας να ολοκληρώσουμε τη συγγραφή της, όπως έγινε με μια άλλη κορυφαία λευκή σελίδα του τόπου, τη μεγάλη Αγροτική Λαϊκή Εξέγερση του 1925 στα Τρίκαλα, «το 2ο ΚΙΛΕΛΕΡ», όπως επονομάστηκε, που μια πρωτοβουλία πολιτών και στη συνέχεια η κοινωνική δυναμική που αναπτύχτηκε, την έβγαλαν απ’ το χρονοντούλαπο της λήθης που την είχαν κλεισμένη οι δυνάμεις της αντίδρασης και αναγνωρίστηκε πριν λίγα χρόνια ως επίσημη τοπική επέτειος, που τιμάται κάθε πρώτη Κυριακή του Φλεβάρη.

Η καθολική, πλήρης και επίσημη αναγνώριση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είναι πλέον ώριμα τα πράγματα να κερδηθεί εδώ και τώρα για την πόλη μας, αρκεί εμείς να το πιστέψουμε και να το προωθήσουμε αποφασιστικά. Τουλάχιστο ένας ανδριάντας, μία πλατεία και ένας δρόμος των Τρικάλων πρέπει να φέρουν το όνομα του Άρη Βελουχιώτη. Και βέβαια η επανατοποθέτηση του φανοστάτη στη θέση του.

Κυρίως όμως, ο αγώνας, οι ιδέες και η πολιτική του Άρη πρέπει ν’ αποτελέσουν μια διαρκή διδαχή για όλους μας και πρώτα απ’ όλα για τις νέες γενιές.

Με αφορμή τη φετινή επέτειο, βλέπουμε πολύς κόσμος, απλοί συμπολίτες μας κάθε ηλικίας, αφενός να θέλει να μάθει όλη την αλήθεια για τη ζωή, τη δράση, τον τραγικό θάνατο και κυρίως την πολιτική γραμμή του θρυλικού πρωτοκαπετάνιου και ταυτόχρονα ν’ αρνείται και να μη θέλει κομματοχρησιμοθηρικά μνημόσυνα και εκδηλώσεις για τον Άρη. Ο Άρης ούτε τότε χώρεσε ούτε σήμερα χωράει στα κομματικά καλούπια. Αυτά στενεύουν αναπόφευκτα τη μεγαλοσύνη του και περιορίζουν τη διάχυση του ιστορικού του έργου στην ευρύτερη κοινωνία. Γι’ αυτό, ορθά τονίστηκε απ’ την ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ 70ΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΆΡΗ -μια αυθεντική, ανεξάρτητη και αδέσμευτη λαϊκή πρωτοβουλία απ’ τα κάτω- πως οι επετειακές εκδηλώσεις μνήμης, απόδοσης τιμής και διδαχής απ’ τον ίδιο και τη μεγαλειώδη και συνάμα τραγική εποχή του δεν μπορούν ν’ αφεθούν ανάμεσα στις κομματικές μυλόπετρες.



Τα ερωτήματα που μπαίνουν ακόμα και σήμερα σ’ όλους μας ήταν πολλά.

Τι είναι αυτό που έκανε τον Άρη θρύλο του λαού και τρόμο των εχθρών του, ξένων και ντόπιων; Ο Άρης, παιδί του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, ήθελε και, αν ήθελε, μπορούσε να επιβάλει στο κίνημα άλλη πολιτική από εκείνη της ηγεσίας; Τι θα γινόταν αν, αντί για τη Βάρκιζα της παράδοσης και υποταγής, κυριαρχούσε η πολιτική του Άρη; Πώς πέτυχε ο κομμουνιστής Άρης ν’ αναδειχθεί σ’ ένα γνήσιο εθνικό λαϊκό ήρωα και μεγάλο πατριώτη; Ή, μήπως, ο Άρης είναι ένας άλλος Τσε Γκεβάρα; Γιατί η αντίδραση, διαχρονικά, τρέφει τόσο μίσος για τον Άρη; Κι ακόμα, πώς στα Τρίκαλα, την πόλη των αγροτικών και λαϊκών, των εθνικών και κοινωνικών αγώνων και ηρωισμών, εκτυλίχτηκε αυτό το αποτρόπαιο γεγονός με τα κρεμασμένα κομμένα κεφάλια δύο εθνικών λαϊκών ηρώων και ένας συρφετός κτηνανθρώπων ν’ απολαμβάνει το θέαμα και να το γιορτάζει;!

Ούτε τον χρόνο ούτε τη δυνατότητα έχω ν’ απαντήσω σ’ όλα τα παραπάνω ερωτήματα. Σε μερικά βέβαια απ’ αυτά, έστω ακροθιγώς, απάντησα παραπάνω.

Αν ζούσε ο Άρης σήμερα, στην Ελλάδα –αποικία χρέους των δανειστών-τοκογλύφων, στην Ελλάδα-προτεκτοράτο των ιμπεριαλιστών, στην Ελλάδα της περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας, της συρρικνωμένης δημοκρατίας, της κατακρεούργησης των οικονομικών, κοινωνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων, στην Ελλάδα της ανεργίας, φτώχειας και εξαθλίωσης του λαού, στην Ελλάδα που συντελείται μια πραγματική κοινωνική γενοκτονία, είναι σίγουρο ότι α) δεν θα ζητούσε ανάθεση, αλλά συμμετοχή του λαού, και β) δεν θα υπέγραφε νέα Βάρκιζα, αλλά θα κήρυττε επανάσταση, ξεσηκώνοντας τον λαό για μια πατρίδα λεύτερη, ανεξάρτητη, κυρίαρχη με πραγματική δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Για μια Ελλάδα της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης του λαού της. Αυτό σημαίνει, αυτό που έλεγε ο Άρης, «να γίνει ο λαός νοικοκύρης στο σπίτι του».

Θα ’θελα να κλείσω τη σύντομη ομιλία μου μ’ ένα πραγματικά εκπληκτικό κείμενο του Τάκη Φίτσου, παλιού κομμουνιστή διανοούμενου, στελέχους του ΚΚΕ στην περιοχή Φθιώτιδας, μέντορα και μετέπειτα θαυμαστή του Άρη Βελουχιώτη. Στο κείμενο αυτό που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΡΟΥΜΕΛΗ» στις 14 Μάη 1944, όταν ο Άρης ήταν στην Πελοπόννησο και κυνηγούσε τους Γερμανούς και τους ντόπιους δοσίλογους, βλέπουμε με εκπληκτική ενάργεια πως έβλεπε ο Άρης Βελουχιώτης τον λαό, αλλά και πως ήταν ο Άρης Βελουχιώτης στα μάτια του λαού:

«Πλημμύριζαν τα βουνά κι’ οι κάμποι μές στο ξανθό φως τ’ Απρίλη, κι’ έλαμπαν οι βασανισμένες καρδιές, κι’ άνθιζε πάνω στα πικραμένα χείλη το χαμόγελο, κι είταν χαρά κι’ ενθουσιασμός και πανηγύρι της χαροκαμένης χωριάτικης ζωής. Κ’ η σκέψη κορυδαλός που πετούσε ψηλά στ’ ακροούρανα και το γαλάζιο φέγγος που απλώνονταν παντού έκανε να σμίγουν χαρούμενες οι φωνές των ανθρώπων, έριχνε το λογισμό στο όνειρο, στο γλυκό όνειρο μιας ευχάριστης πραγματικότητας. Κ’ είταν χαρά, κι’ είταν φως, κι’ ήταν γλυκασμός της ψυχής κι’ ελπίδα γοργοφτέρουγη και θάμπος αχτιδοβόλο και δεν είταν άλλο παρά ο πόθος κι’ η λαχτάρα, κι’ ο βόγγος, κι’ η κραυγή μες απ’ τα πονεμένα στήθη τα Ελληνικά:


-Ζήτω ο Άρης! Αυτό είταν.

Και κείνος, καβαλλάρης, διάβαινε γοργά, και πίσω του καβαλλάρηδες, οι μαυροσκούφηδες, με τα όπλα τα βουτηγμένα στο άτιμο το αίμα του καταχτητή και των προδοτών, τα άγια τα όπλα, παιδιά ηλιοκαμένα του λαού μας, κι είχαν πάρει κι’ αυτά κάτι απ’ τον ανέκφραστο αέρα του Αρχηγού τους, και κάλπαζαν τ’ άλογα και βροντούσαν θριαμβευτικά τα’ άρματα, και γύρω και μπρος, και παντού, ο λαός, άντρες, γυναίκες, γέροι, κορίτσια, επονίτες γεμάτοι σεμνή οργή, κι αετόπουλα που τιτίβιζαν κι έκαναν τόση φασαρία με τις χαρούμενες τσιριχτές φωνούλες τους :

Ζήτω ο Άρης.

Κι οι μανάδες, με τις γιορτάσιμες μαντήλες τους, έδειχναν στα παιδιά τους, κρατώντας τα στην αγγαλιά, με θαυμασμό δυσκολόκρυφτο και καμάρι, τον Αρχηγό που πέζευε και φιλούσε το σεβάσμιο χέρι του γεροπατέρα που ‘χασε το γιο του στον πόλεμο ή της γριάς μάνας π’ αχνότρεμαν τα μαραμένα χείλη της απ’ τη συγκίνηση, και τα μωρά έπιαναν τα γένια του κι' έπαιζαν μ’ αυτά κι’ άπλωναν προς αυτόν τα χεράκια τους ή ξαφνιάζονταν καθώς τον έβλεπαν και με φόβο έκρυβαν το προσωπάκι τους το χλωμό απ’ τη στέρηση, στον κόρφο της μάννας τους.

Ολάκερη η λεβέντικη ψυχή του λαού μας η απέθαντη ψυχή, η ψυχή που βογγάει και λαχταράει και πονάει και στέκεται ολόρθη, πολεμιστής ακατάβλητος, πολεμιστής αντρειωμένος για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά, δείχνονταν περίλαμπρη αυτές τις ώρες, τις αξέχαστες ώρες, καθώς κάλπαζαν τα’ άλογα, και βροντούσαν θριαμβικά τα’ άρματα, κι’ αντιλαλούσε το τραγούδι το ηρωϊκό.

Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά

πέφτουν ντουφέκια ανάρια,

ο Άρης κάνει πόλεμο

μ’ αντάρτες παλληκάρια ..

Έξω, στον κάμπο, σήκωναν ψηλά τα ροζιασμένα χέρια τους οι αγρότες, κ’ οι αγρότισσες τις αξίνες τους χαιρετώντας μ’ αυτές καθώς έσκαβαν τη γη, και σταματούσαν ξαφνιασμένοι στο αναπάντεχο πέρασμα των μαυροσκούφηδων, κι΄ έτρεχαν και πηδούσαν, σαν κατσίκια τους φράχτες και τα χαντάκια, κι έρχονταν να ιδούν «τουν καπιτάνιου» κι όσοι τον ήξεραν από παληότερα που πέρασε απ’ το χωριό τους, του’λεγαν καμαρωτά και με πεποίθηση:

- «Αμ’ έννοια σ’ Αρχηγέ μ’ κι ειν’ ούλου του χουριό μι του Ιαμ, κι μι σας τα’ αντάρτις. Άϊντι στι δλειά σ’, άϊντι στου καλό, κι μεις ιδώ είμαστ, βαστάμι γιρά». …

Κι’ έλαμπαν οι καρδιές όλων, οι βασανισμένες καρδιές, κι είταν χαρά, κι είταν φως, κι είταν ήλιος, ένας μεγάλος ήλιος μέσα σ’ όλους μας που θέρμαινε κ’ είταν πόνος γλυκός, κ’ είταν πεποίθηση.

Κ’ ύστερα, κι' άλλοι κάμποι, κι άλλα βουνά, κι’ άλλα χωριά, και κάλπαζαν τ’ άλογα, και βροντούσαν θριαμβικά τα’ άρματα, και παντού η ανίκητη ψυχή του λαού, του λαού μας, που παλεύει κι’ αγωνίζεται με την αξίνα στο χωράφι, με το σφυρί στο εργοστάσιο, με το ντουφέκι στο χέρι για τη λευτεριά, τη χιλιάκριβη λευτεριά…»

hyMBI?d=yIl2AUoC8zA hyMBI?d=qj6IDK7rITs

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ads

ads